Λουκάς Μεταξάς: Ένας πρωτοπόρος μουσικός

Ο Λουκάς Μεταξάς είναι μουσικός με σπουδές και παρουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και με τη σύζυγό του μεγαλώνουν ένα παιδί. Συζητήσαμε μαζί του για το πώς η επιλογή του vegan τρόπου ζωής επηρέασε την επαγγελματική του δραστηριότητα και άλλα ενδιαφέροντα θέματα.

Άνθρωποι

29/06/2021
20' ανάγνωση

Vegan Times: Πότε πήρατε την απόφαση να γίνετε vegan και ποια ήταν η αφορμή;

Λουκάς Μεταξάς: Αφορμή ήταν η κατανόηση ότι ο βιγκανισμός είναι μια αναγκαιότητα που πρέπει οπωσδήποτε να υιοθετήσω σαν τρόπο ζωής, αρχικά αποκλειστικά λόγω αντισπισισμού [βλ. σημείωση]. Αυτό έγινε περίπου 6-7 χρόνια πριν από τα τελευταία 4 που κατάφερα να το κάνω 100% πράξη. Η αφορμή ήταν ένα video που βρήκα τυχαία στο youtube το 2008, από μια διάλεξη του Gary Yourofsky.

Ήταν κάπου στα τέλη του 2014 (πριν αποφασίσουμε να κάνουμε παιδί) που συζητούσαμε με τη σύντροφό μου Αφροδίτη το πώς θα μπορούσαμε να αναθρέψουμε έναν άνθρωπο τον οποίο θα χρειαζόταν ο πλανήτης και η κοινωνία, περισσότερο απ’ ό,τι να επιβαρύνονται απ’ αυτόν. Το πρώτο πράγμα λοιπόν που σκεφτήκαμε, ήταν η αναγκαιότητα της ανατροφής με τις αξίες του βιγκανισμού, το οποίο όμως να γίνει με τρόπο απολύτως ασφαλή για την υγεία του παιδιού μας.

Για το πρώτο, χρειάστηκε μόνο η παρακολούθηση της ομιλίας του Yourofsky ξανά, καθώς και το “Earthlings” για να δυναμώσει η αποφασιστικότητά μας και να ξαναρχίσουμε, αυτή την φορά οι δύο μαζί, την αποχή από προϊόντα ζωικής προέλευσης στην διατροφή μας, πράγμα που συνέβη άμεσα, πριν ακόμα τελειώσει η προβολή του ντοκιμαντέρ. Για το δεύτερο, είχαμε ήδη αρχίσει το διάβασμα και την έρευνα για τον τρόπο που η βίγκαν διατροφή γίνεται υγιέστερη από οποιαδήποτε άλλη. Μερικούς μήνες μετά, πριν τη γέννηση της κόρης μας τον Σεπτέμβριο του 2015, είχαμε βρει και τις κατάλληλες πηγές προμήθειας και άλλων προϊόντων (πέρα από την διατροφή και την ένδυση, όπως καλλυντικά, απορρυπαντικά, φάρμακα, και διάφορα άλλα υλικά ή αντικείμενα καθημερινής χρήσης). Δυστυχώς δεν υπήρχε τότε το ευρετήριο vegantimes.gr που κάνει την εύρεση αυτών των προϊόντων πανεύκολη.

VT: Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να είσαι vegan μουσικός; Ποιες αλλαγές κάνατε στα όργανα και στον εξοπλισμό σας όταν γίνατε vegan;

ΛΜ: Φαντάζομαι όσο εύκολο ή δύσκολο είναι να είσαι vegan κάνοντας οποιαδήποτε άλλη δουλειά για την οποία έχεις διαφορετική έδρα κάθε φορά και χρειάζεται να ταξιδεύεις συχνά. Στα ταξίδια εντός Ελλάδος (και όχι μόνο) αν δεν εφοδιαστώ με σάντουιτς, φρούτα, ή “ταπεράκια” από το σπίτι, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πεινάσω ή να τραφώ ανεπαρκώς. Ενώ στο εξωτερικό, αν οι διοργανωτές ζητήσουν "hospitality plan" κι αναγράψουμε πως υπάρχει κι ένας βίγκαν, όχι μόνο γίνεται σεβαστό συνήθως, αλλά πολλές φορές εκπλήσσομαι από την ποιότητα, την ποσότητα και την νοστιμιά των τροφών που μου παρέχουν.

Μια ακόμα δυσκολία που βρέθηκε μπροστά μου, είναι το ότι δεν μπορώ να βρω βίγκαν μουσικούς (και τεχνικούς ήχου) ώστε να φτιάξουμε την πρώτη vegan μπάντα στην Ελλάδα. Η ιδέα αυτή μου ήρθε με αφορμή είναι ένα τραγούδι που έγραψα (μουσική και στίχους) με σκοπό να ηχογραφηθεί και να διατεθούν τα έσοδα σε κάποια δράση ή φορέα για την διάδοση του βιγκανισμού… Ο τίτλος του είναι “How would you feel?”.

Παρόλο που δεν είχα στην κατοχή μου όργανα τα οποία είχαν διακοσμήσεις από όστρακα που συνηθίζεται πολύ στα “ακριβά” έγχορδα, ή από κέλυφος χελώνας που συνηθίζεται κυρίως σε παραδοσιακά, οι αλλαγές που χρειάστηκα δεν ήταν λίγες… Ευτυχώς, όπως διαπίστωσα, η τεχνολογία στα υλικά οργανοποιίας έχει προχωρήσει πολύ τα τελευταία 10-15 χρόνια, έτσι έχουν εφευρεθεί εναλλακτικά κράματα (με στόχο την παραγωγή καλύτερου ήχου, όχι λόγω ευαισθησίας απέναντι στα ζώα) από υλικά πλαστικού, ορυκτών πετρωμάτων έως και χαρτιού, σε σημείο που ξεπερνούν σε ποιότητα ήχου τα αντίστοιχα ζωικής προέλευσης.

Πολίτικα λαούτα χωρίς υλικά ζωικής προέλευσης, τύπου Κωνσταντινούπολης με διακόσμηση από πλαστική ύλη που μιμείται το σεντέφι (επάνω) και τύπου «zenne lavta»(κάτω)
Κατασκευή/μετατροπή από το Οργανοποιείο της Αγγελικής Λύσσα (Ωραιόκαστρο Θεσ/κης).

Σε όσα κρουστά μπορούσαν να αλλαχθούν οι μεμβράνες, αντικατέστησα τα ζωικής προέλευσης δέρματα με διάφορες εναλλακτικές μεμβράνες αναλόγως του πάχους που χρειάζεται ώστε να παραχθεί ο ιδιαίτερος επιθυμητός ήχος του κάθε είδους. Κάποια χαρίστηκαν σε φίλους που χρησιμοποιούν όργανα με ζωικής προέλευσης και είχαν έλλειψη, ή ελάχιστα από αυτά (που μου κόστισαν κάποτε ένα σωρό χρήματα) πουλήθηκαν σε συμβολική τιμή ώστε αφενός να χρηματοδοτηθεί εν μέρει η αντικατάστασή τους από αντίστοιχα όργανα χωρίς ζωικής προέλευσης υλικά, αλλά κυρίως για να αποτρέψω τα άτομα που τώρα τα χρησιμοποιούν από το να αγοράσουν παρόμοια όργανα καινούργιας κατασκευής (με υλικά ζωικής προέλευσης). Στα νταούλια και τα “φιαλόσχημα” κρουστά χρησιμοποίησα κράματα πλαστικών από την Αμερική και την Κίνα που φτιάχνονται για χρήση στην οργανοποιία. Στα μπεντίρ, στους νταϊρέδες, στα ντέφια, και άλλους τύπους “frame drums” χρησιμοποίησα κάτι από τα προαναφερθέντα ή ένα είδος χοντρού πλαστικού από την Γερμανία που προορίζεται για να τυλίγει προϊόντα που μεταφέρονται από containers πλοίων, ειδικά στο να να απωθούν την υγρασία, είτε με μία λεπτή μεμβράνη τουρκικής επινόησης από κράμα πλαστικής ύλης ή είδος χαρτιού που λέγεται “kağıttan deri” ή “paper skin”. Σε κάποια πήλινα με κολλημένο ζωικό δέρμα που δεν γινόταν να αλλάξει, αφαίρεσα το δέρμα, και τα πήλινα μέρη τους μετατράπηκαν σε γλάστρες που κοσμούν το μπαλκόνι μας.

Φιαλόσχημα κρουστά με μεταλλικά κουρδιζόμενα στεφάνια και συνθετικές μεμβράνες.
Αριστερά: νταρμπούκα (ή αραβική τάμπλα) από ξύλο (αντί πηλού) και πλαστική μεμβράνη, απομίμηση δέρματος είδους σαλαχιού από τον Νείλο, που χρησιμοποιούταν εδώ και χιλιάδες χρόνια μέχρι και σήμερα για αυτό το κρουστό.
Δεξιά: Μπάση νταρμπούκα (ή ντοχόλα) με σώμα από σφυρήλατο μέταλλο (αντί πήλινου) και μεμβράνη από κράμα ειδών πλαστικού που μιμείται στην υφή, ταλάντωση, και ήχο το δέρμα αιγοπροβάτων.

Όσον αφορά στα έγχορδα και τα αξεσουάρ τους, στα δοξάρια του κοντραμπάσου αντικατέστησα τις τρίχες από ουρά αλόγου ή άλλου ιπποειδούς με συνθετικό υλικό παρόμοιο με τρίχα, το οποίο ανακάλυψα πως κρατά το ρετσίνι πολύ περισσότερο από τις αληθινές τρίχες. Επίσης παρήγγειλα καινούργιο δοξάρι από το ίδιο υλικό για τον τοξωτό ταμπουρά μου, στον οποίον επίσης άλλαξα το δέρμα του καπακιού του με το προαναφερθέν “paper skin”. Σε κάποια από τα υπόλοιπα παραδοσιακά μου έγχορδα αφαίρεσα την ροζέτα από κέρατο εντελώς (που τη βάζουν μόνο για λόγους “καλλωπισμού”), ενώ σε κάποια ίσως την αντικαταστήσω κάποτε με ξύλινη για λόγους περισσότερης ομορφιάς. Τέλος, αντικατέστησα τους καβαλάρηδες (τα σημεία που ακουμπάνε οι χορδές και ορίζεται το ωφέλιμο μήκος τους πάνω στο οποίο παίζεις) που προέρχονταν από κόκκαλα ζώων, με ένα από τα νέα κράματα πλαστικού οργανοποιίας που ανέφερα πιο πάνω.

VT: Ποια η σχέση τιμής-απόδοσης σε σύγκριση με τα ζωικά;

ΛΜ: Η τιμή σε σχέση με την απόδοση του κάθε οργάνου, τουλάχιστον για τα έγχορδα, δεν εξαρτάται τόσο πολύ από το αν έχει ζωικά ή μη ζωικά υλικά, γιατί κατά κανόνα χρησιμοποιούνται μικρά κομμάτια ζωικών υλικών στα λειτουργικά μέρη και έτσι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στο κόστος. Έτσι, είτε χρησιμοποιηθεί κοκάλινο κομμάτι σε έναν καβαλάρη όπου ακουμπάνε οι χορδές, είτε ένα μικρό κομμάτι ξύλου ή κράματος πλαστικού, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά χρηματικού κόστους. Το κόστος του οργάνου, εκτός από την φήμη και την ικανότητα του οργανοποιού, προσδιορίζεται κυρίως από το είδος ξύλου, το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος των περισσότερων έγχορδων οργάνων. Στα ξύλα υπάρχει διακύμανση τιμών. Το ξύλο π.χ. από οξιά ή σφένδαμο είναι φθηνότερο από το ξύλο από μουριά, καρυδιά ή έβενο και έκαστο διαμορφώνει διαφορετική χροιά στο κάθε όργανο. Η τιμή του ξύλου δεν είναι ίδια, ακόμα και ανάμεσα σε δύο κομμάτια που προέρχονται από το ίδιο δέντρο, γιατί εξαρτάται από την διαφορετική σκληρότητά και τα “νερά” τους ανάλογα με το μέρος του δέντρου το οποίο προέρχονται. Άλλη πυκνότητα ύλης έχει ένα μέρος π.χ. από ένα κλαδί και άλλο από το μέρος του κορμού.

Μεταξύ των οργάνων που γίνεται χρήση ζωικού δέρματος, η διαφορά κόστους και πάλι ποικίλλει και εξαρτάται από την σπανιότητα του είδους του ζώου και την ξεχωριστή τεχνική στην επεξεργασία. Τα δέρματα από ζώα που χρησιμοποιούνται για τροφή, επειδή υπάρχουν σε αφθονία είναι “φθηνότερα”, ενώ τα δέρματα από “εξωτικά” ζώα (χωρίς να προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο από λειτουργικής απόψεως), που χρειάζεται να εισαχθούν από άλλες χώρες, είναι “ακριβότερα”. Όμως, ανεξάρτητα από την αφθονία ή την έλλειψη που υπάρχει, το δέρμα των ζώων που έχουν ανοικτούς πόρους, όπως των χοίρων (που μοιάζει πολύ με το ανθρώπινο), θεωρείται πολύ χαμηλής ποιότητας, αν όχι εντελώς ακατάλληλο για την οργανοποιία. Εδώ υπάρχει άλλο ένα πλεονέκτημα των μη ζωικών μεμβρανών, επειδή η πυκνότητά τους μπορεί να ρυθμιστεί κατά την κατασκευή τους.

Για να επανέλθω στο θέμα κόστους, το ίδιο περίπου συμβαίνει και μεταξύ των οργάνων που “φοράνε” συνθετικές μεμβράνες. Υπάρχουν λεπτές μεμβράνες από πλαστικό πολύ χαμηλού κόστους, προερχόμενο επίσης από χώρες με χαμηλό κόστος παραγωγής και τεχνητές μεμβράνες που μιμούνται την συμπεριφορά ταλάντωσης και τον ξεχωριστό ήχο που παράγουν τα δέρματα από το κάθε διαφορετικό είδος ζώου, που χρησιμοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στα κρουστά διαφόρων λαών. Αυτές, είναι μεμβράνες που φτιάχνονται από κράματα πλαστικών, ορυκτών και πιθανώς φυτικών πρώτων υλών που για την κατασκευή τους προϋποθέτουν υψηλή τεχνογνωσία και προέρχονται από πολυεθνικές εταιρείες με υπερσύγχρονα μηχανήματα για την κατασκευή τους. Αυτό πάλι δεν σημαίνει πως το ακριβότερο είναι απαραιτήτως καλύτερο για όλα τα κρουστά όργανα, επειδή από κάθε είδος (τουλάχιστον παραδοσιακών) κρουστών, απαιτείται διαφορετικού τύπου ηχητική χροιά.

Διάφορα κρουστά τύπου frame drums με πέντε διαφορετικού τύπου μη ζωικές μεμβράνες
Από αριστερά προς δεξιά: μπεντίρ, αζέρικο νταφ, αραβικό ρεκ, ηπειρώτικο ντέφι, και τούρκικο ντεφ.
Κατασκευή/μετατροπή από “Pagonis percussion” (Θεσσαλονίκη).

Για να σας εξηγήσω με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι όλα τα (μη ζωικά) υλικά, ανεξαρτήτως κόστους, προέλευσης, και ποιότητας είναι εξίσου χρήσιμα στην οργανοποιία, σας αναφέρω την εμπειρία και τα συμπεράσματά μου από την αντικατάσταση των ζωικών δερμάτων με μη ζωικής προέλευσης μεμβράνες στα νταούλια μου. Αυτό επίσης δίνει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα σχετικά με την διαφορά κόστους ανάμεσα σε ζωικής και μη ζωικής προέλευσης υλικά στα κρουστά.

Το νταούλι (“νταβούλ” στην Τουρκία και “ταπάν” στα Βαλκάνια) είναι ένα αρχαίο ξύλινο μεμβρανόφωνο μουσικό όργανο κυλινδρικού σχήματος όπως τα “frame drums”, με τη διαφορά του μεγαλύτερου βάθους του ξύλου και του ότι “φοράει” μεμβράνες και στις δύο στρογγυλές μεριές του. Το μέγεθός του ποικίλλει και για την παραδοσιακή κατασκευή του χρησιμοποιούνται δέρματα από κατσίκι ή πρόβατο και παλαιότερα από λύκο ή γαϊδούρι (που δεν έχουν βαθιούς ή ανοικτούς πόρους, άρα όπως προανέφερα είναι καταλληλότερα). Ο οργανοπαίκτης (“νταουλιέρης”), το κρεμάει στον ώμο και το κτυπάει στη μία πλευρά με τον “κόπανο” (ξύλινη μπαγκέτα) για την παραγωγή βαρύτερου ήχου (μπάσου) και στην άλλη με πιο λεπτό ξύλο, την “βίτσα” για οξύτερη ηχητική χροιά.

Εδώ και 15-20 χρόνια όλο και περισσότεροι νταουλιέρηδες προτιμούν να χρησιμοποιούν νταούλια με πλαστικές μεμβράνες οι οποίες όμως κατασκευάζονται για τύμπανα δυτικής προέλευσης (drum set). Οι λόγοι αυτής της στροφής είναι περισσότερο λόγω της αφερεγγυότητας των ζωικών δερμάτων κατά την εναλλαγή της ατμοσφαιρικής υγρασίας, παρά για την προτίμησή τους στον ήχο των πλαστικών/συνθετικών μεμβρανών, που όπως ανέφερα κατασκευάζονται για άλλου τύπου τύμπανα. Για να πλησιάσουν λοιπόν τον επιθυμητό ήχο του νταουλιού, πρέπει να δένουν μαντήλια που ακουμπούν στην μεμβράνη του κόπανου, ή/και να κολλούν διάφορα άλλα πλαστικά ή πανιά με ταινίες ώστε να ρυθμίσουν τον επιθυμητό μπάσο ήχο -- και αυτό αποτελεί ένα μειονέκτημα.

Το γεγονός αυτό με έκανε να οπλιστώ με ιδιαίτερο πείσμα και να πάρω προσωπικά την ευθύνη (ως βίγκαν) ώστε να αποδείξω πως ζούμε σε μια εποχή που η τεχνολογία αρκεί, όχι μόνο στο να αντικαταστήσουμε τα ζωικής προέλευσης υλικά με ισότιμου ηχητικού αποτελέσματος μη ζωικής προέλευσης, αλλά ακόμα και με πολύ καλύτερο ήχο. Έτσι, μετά από περίπου έναν χρόνο πειραματισμών και συνεχόμενων αλλαγών διαφόρων τύπων συνθετικών μεμβρανών στα νταούλια μου, πέτυχα θριαμβευτικά έναν καταπληκτικό ήχο (κατά γενική ομολογία όσων έγκριτων και έμπειρων νταουλιέρηδων γνωρίζω και το έχουν ακούσει μέχρι τώρα) και μάλιστα χωρίς να χρειάζονται επιπρόσθετα κολλημένα υφάσματα, δεμένα μαντίλια ή ταινίες. Επίσης, προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα πως ο συνδυασμός που επέλεξα (μία από τις ακριβότερες, αμερικάνικης προέλευσης συνθετική μεμβράνη για κρουστά, που ονομάζεται “black suede” για την πλευρά του κόπανου και μία από τις φθηνότερες, κινεζικής προέλευσης πλαστική μεμβράνη για την πλευρά της βίτσας), στην Ελλάδα κοστίζει συνολικά περίπου στη μισή τιμή από το κόστος των ζωικών δερμάτων που θα χρειαζόντουσαν για ένα μέτριο έως “απλώς καλόηχο” νταούλι, χωρίς καν να χρειαστεί να αναφέρω το σημαντικότερο, που είναι το ηθικό ζήτημα απέναντι στα ζώα.

Παίζοντας νταούλι σε πανηγύρι αναβίωσης του εθίμου του Κλήδονα. Νομός Ηλείας, καλοκαίρι του 2017.

Σε οποιοδήποτε είδος μουσικού οργάνου (πνευστού, έγχορδου, ή κρουστού), κάτι που ανεβάζει δραματικά το κόστος είναι η χρήση υλικών ζωικής προέλευσης σε μη λειτουργικά μέρη που αφορούν αποκλειστικά την διακόσμηση, όπως ήδη προανέφερα. Τα ζωικής προέλευσης υλικά διακόσμησης των οργάνων είναι συνήθως από μαργαριτοφόρα ή μη όστρακα, κέλυφος διαφόρων ειδών χελώνας, από ελεφαντόδοντο (φίλντισι), λιωμένα κέρατα, κόκκαλα, κ.ά. Είναι συνηθισμένη τακτική πολλών οργανοποιών να υπερφορτώνουν την διακόσμηση των οργάνων που κατασκευάζουν ώστε να τα υπερτιμούν και να επιτυγχάνουν μεγαλύτερο κέρδος. Δυστυχώς αυτή η τακτική πετυχαίνει όχι μόνο σε ερασιτέχνες οργανοπαίκτες, αλλά και σε πολλούς επαγγελματίες, λες και όσο περισσότερα κομμάτια ζώων περιέχουν τα μουσικά τους όργανα, τόσο “ακριβότερα άρα καλύτερα” φαίνονται και τόσο μεγαλύτερο το κύρος των μουσικών. Είναι και αυτός ένας από τους πολλούς μύθους που συντηρούν τη χρήση ζωικών προϊόντων που ευτυχώς, παρατηρώ να ξεθωριάζει αργά αλλά σταθερά από γενιά σε γενιά.

VT: Φαίνεται λοιπόν ότι η χρήση ζώων είναι διαδεδομένη και στην οργανοποιία. Με βάση την εμπειρία και την γνώση σας, είναι πραγματικά αναγκαία τα ζωικά υλικά; Ένα φάρμακο που περιέχει ζωικά μπορεί να είναι αναγκαίο. Ένα ποτήρι ζωικό γάλα δεν είναι. Όταν υπάρχει αναγκαιότητα, τότε υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ανθρώπων και ζώων και εκεί το να θυσιαστεί το συμφέρον κάποιου ζώου έναντι κάποιου ανθρώπου, ενώ δεν είναι ηθικά σωστό, είναι δικαιολογημένο. Είναι όμως αναγκαία η χρήση ζώων στην οργανοποιία; Ο μουσικός πολιτισμός μας θα καταρρεύσει αν πάψουμε να βλέπουμε τα άλλα ζώα σαν υλικά; Έχουμε κάποια δικαιολογία για να συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε ζώα και στην οργανοποιία;

ΛΜ: Όχι βέβαια, όχι! Συνέβη κάτι από τότε που σταμάτησε να χρησιμοποιείται ελεφαντόδοντο (φίλντισι) στα λευκά πλήκτρα των πιάνων; Κατ’ εμέ δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε ζώα στην οργανοποιία και σίγουρα δεν θα καταρρεύσει ο μουσικός πολιτισμός μας αν σταματήσουμε να τα χρησιμοποιούμε!

Κατά γενική ομολογία (όχι μόνο την δική μου, που ως βίγκαν θα μπορούσε να θεωρηθεί στρατευμένη), στις περισσότερες περιπτώσεις (κατ’ εμέ σε όλες) τα μη ζωικής προέλευσης υλικά οργανοποιίας που αφορούν στην παραγωγή ήχου, είναι εξίσου καλά, και πολλές φορές καλύτερα από τα αντίστοιχα υλικά ζωικής προέλευσης. Επί πλέον, τα συνθετικά υλικά όπως π.χ. οι μεμβράνες που αντικαθιστούν τα ζωικά δέρματα, είναι απολύτως αξιόπιστα σε σχέση με τα ζωικής προέλευσης που είναι εντελώς αναξιόπιστα λόγω της υπερευαισθησίας τους στις αλλαγές υγρασίας. Είναι αμέτρητες οι περιπτώσεις που στο παρελθόν (που χρησιμοποιούσα όργανα με ζωικά δέρματα) έχω μείνει χωρίς κατάλληλο κρουστό για να δουλέψω, λόγω αλλαγής καιρού σε εξωτερικούς χώρους ή θέρμανσης και κλιματισμού σε κλειστούς χώρους. Και όλη αυτή η ταλαιπωρία, παρά το ότι αναγκαζόμουν να κουβαλάω μαζί μου θερμαινόμενες κουβέρτες και ηλεκτρικούς λαμπτήρες μήπως και καταφέρω να τα κουρδίσω αφαιρώντας τους την υγρασία, ή σε περιπτώσεις ζέστης και ξηρασίας να έχω το νου μου συνέχεια στο να τα υγραίνω με βρεγμένα πανιά για να μην σπάσουν καθώς παίζω.

Διάφοροι νυκτοί και τοξωτοί τύποι ταμπουρά με μεμβράνινο καπάκι από πλαστικό ή υλικό από κράμα χάρτινων και πλαστικών υλικών.

Αξίζει να αναφέρω το αστείο που είπε κάποτε ένας από τους μουσικούς (και ανθρώπους γενικότερα) που αισθάνομαι εξαιρετικά τυχερός που γνώρισα, συνεργάστηκα, διδάχτηκα, εμμέσως διδάσκομαι ακόμα, και που πάντα χαίρομαι να ανταμώνω, ο Ross Daly, για το rubab από το Αφγανιστάν. Αυτό είναι ένα λαουτοειδές έγχορδο με 19-21 χορδές. Οι 13-15 από αυτές είναι “συμπαθητικές”, δηλαδή δονούνται και συνηχούν από μόνες τους, ανάλογα με την μελωδία της κάθε μουσικής κλίμακας που εκτελείται και το κούρδισμα της κάθε μίας τους. Ο καβαλάρης, όπου στηρίζονται όλες οι χορδές “πατάει” πάνω στο καπάκι του σκάφους, το οποίο είναι φτιαγμένο από ζωικό δέρμα (κατσίκας). Αυτό καθιστά στο όργανο εξαιρετικά πιο ευαίσθητο στις αλλαγές θερμοκρασίας εν συγκρίσει με τα όργανα που έχουν ξύλινο καπάκι. Ο Ross Daly, λοιπόν, που πρωτόπαιξε και πρωτοδίδαξε αυτό το όργανο στην Ελλάδα, είπε κάποτε αστειευόμενος: “Όποιος μουσικός επιλέγει να ασχοληθεί με το rubab, σπαταλάει τη μισή του ζωή στο να το κουρδίζει και την άλλη μισή στο να το παίζει… ξεκουρδισμένο !!!”

Για τις τρίχες των δοξαριών, αντί να προέρχονται από τρίχες από ουρά ιπποειδών, υπάρχει η συνθετική τρίχα “Coruss” που μου αρέσει περισσότερο και μου κάνει τρομερή οικονομία στο ρετσίνι! Υπάρχουν παίκτες τοξοτών οργάνων (κυρίως κλασικής μουσικής παιδείας) που υποστηρίζουν πως δεν τους βοηθάει στην παραγωγή “τέλειου” ήχου ή/και τους δυσκολεύει στην τεχνική, αλλά νομίζω πως όλα είναι θέμα συνήθειας. Νομίζω πως αν είχαν μελετήσει σχεδόν μια ζωή με δοξάρια από συνθετικές τρίχες και ξαφνικά δοκίμαζαν αυτά με ζωικής προέλευσης τρίχες, θα ανέφεραν τα ίδια ακριβώς “προβλήματα”!

Δοξάρι για τοξωτό ταμπούρι (επάνω)
Στέλεχος: Κερασιά Αμερικής
Άνω μέρος: Ακρυλική απομίμηση κόκαλου (αριστερά)
Κάτω μέρος: Σφένδαμος με σχέδιο φύλλου (δεξιά)
Τρίχα: Συνθετική Coruss 18γρ.
Λαβή χειρός: Δερματίνη
Βερνίκι: Νίτρου
Από το «Παραδοσιακόν Οργανοποιείον Ο Ρωμηός» (Αλεξανδρούπολη)

Ακόμα και για τους άσκαυλους (το είδος παραδοσιακών πνευστών που χρειάζονται ασκό, όπως το τουλούμ από τον Πόντο, η θρακιώτικη γκάιντα, η αιγαιοπελαγίτικη τσαμπούνα, η κρητική ασκομαντούρα και η πίπιζα της Αγγλίας) μαθαίνω πως υπάρχει ένα καταπληκτικό υλικό μη ζωικής προέλευσης κατασκευασμένο γι’ αυτόν τον σκοπό (από την Μεγάλη Βρετανία, αν δεν κάνω λάθος) που μάλιστα δεν χρειάζεται την ειδική φροντίδα που είναι απαραίτητη στους ζωικούς ασκούς ώστε να μην αφυδατώνονται.

Τί θα λέγατε εάν κάποιος σας κατηγορήσει ότι με τη συμπεριφορά σας επιβαρύνετε τον πλανήτη με πλαστικές ύλες;

Δεν είμαι ειδικός για να απαντήσω σε αυτό με αριθμούς, όμως από την μικρή έρευνα που έχω κάνει, βρήκα ότι τα αέρια θερμοκηπίου που αντιστοιχούν σε μια μεμβράνη από ζωικό δέρμα φαίνεται να είναι πολύ περισσότερα από αυτά που αντιστοιχούν σε μια μεμβράνη από πλαστικό. Επίσης, οι τεχνητές μεμβράνες δεν φθείρονται πολύ εύκολα, ενώ οι ζωικές χρειάζονται αντικατάσταση πιο συχνά. Συνεπώς, η κατηγορία αυτή μάλλον δεν έχει βάση -- ίσα ίσα, ίσως είναι προτιμότερο για τον πλανήτη να χρησιμοποιούμε συνθετικές μεμβράνες.

Πώς σας αντιμετωπίζουν οι άλλοι μουσικοί και οι συνεργάτες σας; Υπάρχουν κάποιες άβολες στιγμές στην αλληλεπίδρασή σας μαζί τους;

ΛΜ: Σε γενικές γραμμές οι άλλοι μουσικοί, ιδιαίτερα δε αυτοί που με τους οποίους έχω μακροχρόνια συνεργασία, αντιμετωπίζουν με σεβασμό τις επιλογές μου, τουλάχιστον μέχρι το σημείο που αποδέχομαι κι εγώ τις δικές τους.

Παραδόξως, έχω νοιώσει άβολα κάποιες φορές στην αλληλεπίδραση με συναδέλφους που δηλώνουν “vegetarians”! Οι λόγοι που έβαλα τη λέξη σε εισαγωγικά είναι επειδή, εκτός από δύο-τρεις μόνο εξαιρέσεις, όσοι/ες μουσικούς έχω γνωρίσει και αυτοπροσδιορίζονται με τον όρο αυτό, εννοούν ότι τρώνε συστηματικά κάποια ζωικά (π.χ. γαλακτοκομικά ή μέλι) ενώ τα άλλα (π.χ. ψάρια ή και κρέας), τα τρώνε “πού και πού”. Κάποιες φορές που χρειάστηκε να κάνω πρόβα με κάποια μπάντα στο σπίτι κάποιων απ’ αυτούς, έχει τύχει να μου προσφέρουν φαγητό, που για να μην αρνηθώ φτάνουν μέχρι και να ορκίζονται πως έχουν μαγειρέψει προσεκτικά και “ειδικά” για να φάμε μαζί, ενώ οι τροφές περιέχουν ζωικό βούτυρο, τυρί, αυγά, ή ο,τιδήποτε άλλο δεν έχει σχέση με vegan διατροφή… Σχεδόν πάντα το καταλαβαίνω από την οσμή ή την όψη, αλλιώς ρωτάω λεπτομέρειες για τα συστατικά, αλλά μια φορά έχει τύχει –παρά τις έντονες διαβεβαιώσεις τους πως ήταν κατάλληλο για βίγκαν, να διαπιστώσω πως η τροφή περιείχε μέλι, αφού βάλω στο στόμα μου την πρώτη μπουκιά! Καταλαβαίνω πως γίνεται από τον συνδυασμό καλής θέλησης και άγνοιας (όπως βέβαια και κάποια από τα χειρότερα εγκλήματα του πολιτισμού μας), αλλά όταν αντί για “Συγνώμη” ακούω κάτι σαν “Έ, και τι έγινε;”, νοιώθω βαθιά απογοήτευση…

Ποιες νομίζετε ότι θα είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσετε ως γονείς καθώς μεγαλώνει το παιδί σας;

ΛΜ: Οι μικρότερες ή μεγαλύτερες προκλήσεις που ήδη έχω αρχίσει να αντιμετωπίζω ως γονέας και αυτές που περιμένω να έρθουν, έχουν να κάνουν με τον βαθμό που θα καταφέρω να παραδώσω στην κόρη μας τις αξίες που έχουν ως κεντρική ιδέα την ανιδιοτέλεια και την προτεραιότητα του “εμείς” έναντι του “εγώ”, χωρίς να ξεχνάω το δικαίωμά της σε αυτό που ονομάζεται “ελεύθερη βούληση”. Ως γονείς ελπίζουμε με αυτόν τον τρόπο να ζήσουν τα παιδιά μας σε έναν κόσμο αλληλεγγύης και ουσιαστικού πολιτισμού.

Όμως, γνωρίζοντας πως η παιδεία επιτυγχάνεται αμεσότερα και πιο ουσιαστικά με το παράδειγμα, νοιώθω διπλή ευθύνη ως προς την συνειδησιακή αναγκαιότητα να προσπαθώ να βελτιώνω συνεχώς τον εαυτό μου.

Ο καθηγητής Θεόδωρος Λιανός στη συνέντευξη που σας παραχώρησε, διατύπωσε με εκπληκτικό τρόπο την σημερινή μας κατάσταση: “o άνθρωπος δεν είναι πλέον homo sapiens, αλλά μάλλον homo perniciosus”. Νομίζω πως αν αυτό μπορούσε να γίνει κατανοητό από όλη την ανθρωπότητα, ίσως να καταφέρναμε να νικήσουμε τον «κοσμικό νόμο της εντροπίας» και να μετατρεπόμασταν από homo perniciosus, σε homo conscientious.

Πώς θα εξηγούσατε σε κάποιον άνθρωπο την αναγκαιότητα του να γίνει βίγκαν και να μεγαλώσει βίγκαν τα παιδιά του, αν έχει;

ΛΜ: Θα απαντήσω με χαρά στην ερώτηση αυτή εκθέτοντας την εμπειρία μου από συζητήσεις που κάνω με διάφορους ανθρώπους, αλλά πρώτα αισθάνομαι την ανάγκη να δηλώσω ότι πιστεύω πως κανένας δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά κάποιον, παρά μόνο τον εαυτό του.

Όλοι γνωρίζουμε περιπτώσεις που κάποιος/α υιοθέτησε τον βίγκαν τρόπο ζωής μετά από ένα “λογικό επιχείρημα” κάποιου/ας βίγκαν, και επέστρεψε, μετά από ένα (μικρό ή μεγάλο) διάστημα, πάλι στις παλιές συνήθειές του/της, αφού διάβασε ή άκουσε κάποιο άλλο “λογικό επιχείρημα” εχθρικό στον βιγκανισμό…

Παίρνοντας παράδειγμα από τον εαυτό μου, ως ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον παμφαγίας όπου ο σπισισμός θεωρείται κάτι φυσικό, η αναγκαιότητα του να μετατραπεί κάποιος σε βίγκαν και συνεπώς να μεγαλώσει τα παιδιά του έτσι, μπορεί να συνειδητοποιηθεί μόνο “εκ των έσω” του.

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε πρωτίστως με το παράδειγμα είτε με διάφορες εξηγήσεις και πληροφορίες, είναι απλά να βοηθήσουμε κάποιον στο να δημιουργηθεί μέσα του το κατάλληλο συνειδησιακό σοκ, που όμως διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Έχω παρατηρήσει πως οι ερωτηματικές προτάσεις από έναν ομιλητή, βοηθούν πολύ περισσότερο στην κατανόηση των επιχειρημάτων (και το συνειδησιακό “ξύπνημα”) του συνομιλητή. Έτσι σε κάποιον/α με φιλοζωικές ευαισθησίες θα ξεκινούσα να τον/την ρωτάω για τον κριτήριο που καθορίζει τον διαχωρισμό των ζώων σε αυτά που αγαπάει και αυτά που τρώει, πριν δώσω πληροφορίες και εξηγήσεις για το σύνολο των ωφελειών και της αναγκαιότητας του βιγκανισμού. Αντίστοιχα, σε έναν άνθρωπο που δηλώνει πίστη σε κάποιο θρησκευτικό δόγμα ή πολιτικό σύστημα που έχει σαν βάση την ισότητα, την αλληλεγγύη, την δικαιοσύνη, ή την συμπόνια, πριν τον πληροφορήσω για τους αριθμούς των ζώων που εξολοθρεύονται καθημερινά για το τραπέζι μας, θα τον ρωτούσα αν όλα αυτά που πιστεύει είναι για συγκεκριμένα είδη υπάρξεων ή θα έπρεπε να ισχύουν για όλες, σε έναν φυσιολάτρη ή περιβαλλοντολόγο, πριν ενημερώσω για το μέγεθος της ζημιάς που προκαλείται στη γη από την κρεοφαγία (δίνοντας στατιστικές και “αριθμούς” από διεθνείς οργανισμούς), θα ρωτούσα ποιος από τους τρόπους που γνωρίζει και εφαρμόζει θεωρεί ότι είναι πιο άμεσος για να βοηθήσει τον πλανήτη, σε έναν/μία που προσέχει την υγεία του/της θα ρωτούσα αν γνωρίζει τα τελευταία συμπεράσματα κάποιων από τους πιο έγκριτους ιατρούς και ούτω καθ’ εξής… Πάντως, σε όλους θα εξηγούσα πως αν τους αγγίζει κάτι από τα θέματα αυτά, τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να αλλάξουν τρόπο ζωής, τουλάχιστον όχι τόσο όσο φαντάζονται! Αξίζει να δοκιμάσουν ώστε να μάθουν αν το ενδιαφέρον τους πηγάζει από το σωστό σημείο μέσα τους.

Το σημαντικότερο ίσως, που έμαθα μέσα από τα λάθη μου, είναι πως ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάω ότι –είτε το θέλω είτε όχι– μιλώντας για τον βιγκανισμό σε μη-βίγκανς, στην αντίληψη των συνομιλητών μου αντιπροσωπεύω ολόκληρο το κίνημα, γι’ αυτό προσπαθώ να βάζω τον εαυτό μου στη θέση των άλλων, ενθυμούμενος τον εαυτό μου πριν γίνω βίγκαν, να αναφέρω μόνο γνώση που έχει προκύψει από την πρακτική εμπειρία μου ή/και επιστημονικά στοιχεία από έγκριτους οργανισμούς και ιδρύματα παρά ο,τιδήποτε διαβάζω σε φυλλάδες ή websites αμφιβόλου εγκυρότητας. Επίσης προσπαθώ να μην τους προσβάλλω προσωπικά.

Τελευταία διάβασα ένα άρθρο του Gary L. Francione με τίτλο “Twelve Years” που νομίζω πως χρειάζεται να διαδοθεί επειγόντως σε όλον τον κόσμο! Κατά την γνώμη μου, θα έπρεπε το θέμα της κατάστασης του πλανήτη και η σχέση περιβάλλοντος-βιγκανισμού (αναλόγως του επιπέδου κατανόησης), να διδάσκεται από τα νηπιαγωγεία μέχρι και να μελετάται και αναλύεται στα πανεπιστήμια. Θα έπρεπε τα ΜΜΕ σε όλη τη γη να είχαν για πρώτο θέμα την ενημέρωση μας σε σχέση με την πρόοδο που σημειώνουμε για την προστασία του πλανήτη από μέρα σε μέρα, απλά επειδή αν συνεχίσουμε έτσι σαν ανθρωπότητα σε λίγα χρόνια από τώρα, θα έχουμε καταδικάσει με μη αναστρέψιμο τρόπο το “αύριο” των πάντων.

VT: Πράγματι, είναι ένα άρθρο που χρειάζεται να διαδοθεί! Σας ευχαριστούμε πολύ, κ. Μεταξά.

ΛΜ: Η ευχαρίστηση είναι δική μου. Μάλιστα, η πρόσκληση να συνομιλήσουμε μετά τις τόσο ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις σας με τον καθηγητή Θεόδωρο Λιανό και την εικαστικό Σοφία Κυριακού, με κάνει να νιώθω ιδιαίτερη τιμή.

Σημειώσεις

Σπισισμός ή ειδισμός (speciesism): μια μορφή διάκρισης που στηρίζεται στο είδος στο οποίο ανήκει κάποιος. Σημαίνει ότι μεταχειριζόμαστε ίδια συμφέροντα δύο προσώπων με ανόμοιο τρόπο, επειδή τα πρόσωπα ανήκουν σε διαφορετικό είδος. Οι αφίσες που δείχνουν δίπλα δίπλα έναν σκύλο και ένα γουρούνι προσκαλούν τον θεατή να ανακαλύψει ότι μεταχειριζόμαστε το ίδιο συμφέρον (το συμφέρον στη ζωή) με διαφορετικό τρόπο.

Αντι-σπισισμός: Η εναντίωση στις διακρίσεις που δημιουργούνται βάσει είδους.


Ο Λουκάς Μεταξάς έχει σπουδάσει ανώτερα θεωρητικά της (ευρωπαϊκής) μουσικής, διεύθυνση “a capella” χορωδίας, βυζαντινή μουσική, θεωρία της οθωμανικής μουσικής, κοντραμπάσο, κρουστά και έγχορδα της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, και Κωνσταντινούπολη.

Έχει δώσει μαθήματα, σεμινάρια και workshops ρυθμολογίας, παραδοσιακών κρουστών και μουσικής σε διάφορα ωδεία, μουσικές σχολές, μουσικά χωριά, φεστιβάλ και ιδρύματα, όπως (μεταξύ άλλων) το Conservatorio Bach, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το Μέγαρο Μουσικής στη Θεσσαλονίκη, και την Μουσική Ακαδημία KREIZ στην Γαλλία. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει παραδοσιακή ρυθμολογία και κρουστά των λαών της Ανατολικής Μεσογείου στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Έχει πάρει μέρος σε 50 περίπου δισκογραφικές δουλειές ως μουσικός, ενορχηστρωτής, ή/και υπεύθυνος παραγωγής. Το 2009 ίδρυσε την δισκογραφική κολεκτίβα “Polyphonon Music Productions” που έχει ως σκοπό την προώθηση και αυτοδιαχείριση της μουσικής από τους ίδιους τους καλλιτέχνες και έχει εκδώσει πάνω από δέκα CD μέχρι σήμερα.

Έχει παίξει σε φεστιβάλ, μουσικά θέατρα, μουσικά ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές κρατικών και ιδιωτικών καναλιών σε Ελλάδα, Ιταλία (RAI), Τουρκία (TRT), Πολωνία, Ελβετία, Γερμανία, Αλβανία, Αγγλία (BBC), και έχει δώσει συναυλίες σε πολλά μέρη της Ευρώπης, Ασίας, Αφρικής, και Ν. Αμερικής.

Μαζί με την σύντροφό του Αφροδίτη Βέρρου (πτυχιούχο ΤΕΦΑΑ Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), μετά από πειραματισμό χρόνων που ξεκίνησε από την αρχή της γνωριμίας τους, δημιούργησαν το 2017 το “Soma Mystics”, ένα σύστημα εναλλακτικής άσκησης πέρα από “τυποποιημένες φόρμες” και “ετικέτες”. Το σύστημα αυτό προτείνει την διατροφή της αυστηρής χορτοφαγίας και ενώνει τη σωματική άσκηση με την παράλληλη ακρόαση ζωντανής μουσικής φυσικών κλιμάκων (“τροπική” ή “modal” μουσική), με στόχο να βοηθά στη σωματική και εσωτερική υγεία του σύγχρονου ανθρώπου.

© Vegan Times 30-06-2019

Από την: Vegan Times
Δημοσιεύτηκε: 30/06/2019
Ενημερώθηκε:
29/06/2021