Δεν υπάρχει πράσινη οικονομία χωρίς πράσινους καταναλωτές

Κείμενο της Αναστασίας Ψειρίδου PhD με θέμα την πράσινη οικονομία.

Επιχειρηματικότητα

22/09/2021
12' ανάγνωση

Ένα σχόλιο – και πολλές φορές παράπονο – που ακούω πολύ συχνά από τους φοιτητές μου είναι: Δεδομένου του ότι ο πλανήτης καταστρέφεται από την ανθρώπινη οικονομική δραστηριότητα, πού είναι το κράτος για να οριοθετήσει τις επιχειρήσεις; Πώς αλλιώς θα καταφέρουμε να «πρασινίσουμε» την οικονομία μας;

Αυτό το σχόλιο δείχνει ότι οι φοιτητές μου καταλαβαίνουν ότι η πρόθεση για αλλαγή του καταναλωτικού παραδείγματος από τους καταναλωτές δεν είναι αρκετή για να προκαλέσει τις αλλαγές που απαιτούνται ώστε να έχουμε μια πραγματικά πράσινη οικονομία.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, it takes two to tango. Πρέπει να “συνεργαστούν” και οι καταναλωτές και οι παραγωγοί ώστε να αποκτήσουμε μια πράσινη οικονομία. Σε τί όμως, και πώς; Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Γενικά μιλώντας, «πράσινη» παραγωγή σημαίνει ότι παράγω προϊόντα με τρόπο που δεν καταστρέφω το σπίτι μου. «Πράσινη» κατανάλωση είναι το να ζω και να καταναλώνω πάλι με τρόπο που δεν καταστρέφω το σπίτι μου. Απαιτούνται και τα δύο για μια πράσινη οικονομία. Στο μεταπτυχιακό μου μάθημα χρησιμοποιώ τη λέξη «υπεύθυνη» παραγωγή και κατανάλωση αντί για «πράσινη» (βλ. SDG12), αλλά η ουσία είναι ίδια.

Οι έννοιες της παραγωγής και της κατανάλωσης είναι στενά συνδεδεμένες. Γενικά μιλώντας, δεν μπορεί να υπάρχει παραγωγή αν δεν υπάρχει ζήτηση από τους καταναλωτές. Είναι λογικό επόμενο ότι δεν μπορεί να υπάρχει «πράσινη» επιχειρηματικότητα αν δεν υπάρχει «πράσινη» ζήτηση από τους καταναλωτές.

Συνεπώς, αν ο στόχος μου είναι να μπορώ να ζω με άνεση και ασφάλεια και του χρόνου και μετά από χρόνια, η «πράσινη» οικονομική δραστηριότητα περιλαμβάνει τόσο τον τρόπο παραγωγής (το πώς παράγω, ως κοινωνία), όσο και τα προϊόντα (το τί παράγω, ως κοινωνία), για να δημιουργήσω ΑΕΠ και ευημερία. Παράλληλα όμως σημαίνει και το πώς καταναλώνω, διότι ο καταναλωτής είναι αυτός/ή που στην τελική (ή αρχική!) ανάλυση αναζητά, υιοθετεί, ή απορρίπτει συγκεκριμένα προϊόντα και συμπεριφορές.

Οι επιχειρήσεις έχουν ένα περιθώριο επιλογών μεταξύ τρόπων παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών που καλύπτουν τις δεδηλωμένες ανάγκες των καταναλωτών. Φυσικά, υπάρχουν περισσότερο πράσινοι και λιγότερο πράσινοι τρόποι παραγωγής. Οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε συνεχή αναζήτηση πιο πράσινων τρόπων παραγωγής που παράλληλα όμως (και αναγκαστικά) πρέπει να είναι οικονομικά συμφέρουσες και να έχουν αποδοχή από το κοινό.

Χωρίς πράσινους καταναλωτές δεν θα υπάρξει ποτέ πράσινη παραγωγή

Η αποδοχή του κοινού είναι σημαντική γιατί χωρίς αυτήν οι προθέσεις των επιχειρήσεων για «πράσινες» αλλαγές δεν είναι εύκολο να γίνουν πράξη, και χωρίς αυτήν δεν μπορούν να αναδειχθούν και να επιβιώσουν οι «καλές» επιχειρήσεις και οι καλές πρακτικές. Αν, για παράδειγμα, μία αλυσίδα σουπερμάρκετ αποφασίσει μόνο αυτή να χρεώνει τις σακούλες για τα λαχανικά, είναι πολύ πιθανό να χάσει πελάτες παρά να κερδίσει αν οι καταναλωτές δεν υποστηρίξουν την ιδέα. Αν μία επιχείρηση σαμπουάν αποφασίσει να πουλάει σαμπουάν μόνο σε όσους φέρνουν δικά τους δοχεία, είναι πιθανόν να χάσει πολλούς πελάτες, αν οι καταναλωτές δεν είναι έτοιμοι για αυτήν την αλλαγή στην συμπεριφορά τους.

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι δεν υπάρχει πράσινη οικονομία (green economy) χωρίς πράσινους καταναλωτές (green consumers). Οι πράσινοι καταναλωτές όμως πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αντικειμενική και αμερόληπτη πληροφορία για να κάνουν ενημερωμένες επιλογές και να αποφύγουν να πέσουν θύματα του λεγόμενου greenwashing. Δεδομένου ότι κατανοούμε ότι η πράσινη οικονομία είναι μονόδρομος, οι επιστήμονες οφείλουν να μπουν πιο ενεργά μέσα στην κοινωνία, να διασπείρουν την υφιστάμενη επιστημονική γνώση και να την εξηγήσουν όπου χρειαστεί, και να καλλιεργήσουν έτσι την νέα γενιά των «πράσινων» καταναλωτών.

Το κράτος θα μπορούσε να συνεισφέρει, αλλά δεν μπορεί χωρίς τους καταναλωτές

Το κράτος έχει επίσης πολύ σημαντικό ρόλο στο να βοηθήσει στην διάχυση της αντικειμενικής και αμερόληπτης πληροφορίας στους καταναλωτές και, επιπλέον, να θέσει τους κανόνες του παιχνιδιού, να διευκολύνει συμπεριφορικές αλλαγές στους χώρους εργασίας, στα σχολεία, κ.λπ., αλλά και να χρησιμοποιήσει ένα σύστημα φορολόγησης και επιδοτήσεων στα προϊόντα ανάλογα με την επιβάρυνση που δημιουργούν. Για παράδειγμα, η κτηνοτροφία αυτή τη στιγμή επιδοτείται αντί να φορολογείται, ενώ δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στο περιβάλλον, στη δημόσια υγεία, και στα δημόσια οικονομικά των κρατών. Η παραγωγή οσπρίων και λαχανικών για ανθρώπινη κατανάλωση δεν τυγχάνει της ίδιας αντιμετώπισης, ενώ αποτελούν υγιεινά τρόφιμα που όμως ο σύγχρονος άνθρωπος υπο-καταναλώνει. Τα σχολεία επιτρέπουν (τις περισσότερες φορές επιβάλλουν) το ντύσιμο των βιβλίων και τετραδίων με πλαστικό, και δεν έχουν οργανώσει ακόμα ένα σύστημα ανακύκλωσης όλων των υλικών (π.χ. των τελειωμένων μαρκαδόρων). Αυτά δεν μπορούν να αλλάξουν αν δεν δημιουργήσει το κράτος ένα ευνοϊκό (προς το «πρασίνισμα» της οικονομίας) ρυθμιστικό πλαίσιο.

Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι “it takes three to tango” δηλ. ότι απαιτείται να συνεργαστούν καταναλωτές, επιχειρήσεις, και κράτος για το πρασίνισμα της οικονομίας και να βγούμε έξω χαρούμενοι για να απολαύσουμε ένα vegan γεύμα δεδομένου ότι έχει το χαμηλότερο οικολογικό αποτύπωμα από άλλα. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πηγή της αλλαγής παραμένει ο άνθρωπος-καταναλωτής. Χωρίς αυτόν, μια κυβέρνηση είναι ανίσχυρη να επιβάλει αλλαγές που θίγουν κεκτημένα συμφέροντα, ακόμα και αν το συνολικό όφελος της κοινωνίας από αυτές τις αλλαγές είναι μεγαλύτερο από το ιδιωτικό κόστος των επιχειρήσεων που πλήττονται.

Είναι ξεκάθαρο, σε μένα τουλάχιστον, ότι μόνο ο καταναλωτής μπορεί να αλλάξει την σύνθεση της παραγωγής και ακόμα και τους νόμους του κράτους με τρόπο που να προκαλέσει την μικρότερη δυνατή αντίδραση από τις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι μία κυβέρνηση επιβάλει φόρο στα προϊόντα ανάλογα με το υδατικό τους αποτύπωμα, ή το οικολογικό τους αποτύπωμα, ή έναν άλλον δείκτη της εξωτερικής επιβάρυνσης που δημιουργεί η παραγωγή τους. Έτσι τα ζωικά προϊόντα διατροφής θα πρέπει να φορολογηθούν δυσανάλογα πολύ σε σχέση με τα όσπρια και τα λαχανικά. Είναι λογικό οι κλάδοι που θίγονται να εναντιωθούν στην απόφαση της κυβέρνησης: οι πιο ευαισθητοποιημένες επιχειρήσεις θα το κάνουν για να κερδίσουν χρόνο ώστε να βρουν πώς θα προσαρμόσουν την δραστηριότητά τους και οι πιο μυωπικές για να συνεχίσουν το business as usual. Και όλα αυτά ενώ ο πλανήτης μας καταστρέφεται από την συνολική οικονομική δραστηριότητά μας.

Η πιο ήρεμη επανάσταση

Είναι λογικό καμία κυβέρνηση να μην επιθυμεί να φέρει αλλαγές που θα δυσχεράνουν τη θέση υφιστάμενων επιχειρήσεων και θα φέρουν αντιδράσεις. Ενώ, η αλλαγή που προκαλείται σταδιακά, από την συμπεριφορά των καταναλωτών, είναι πιο φυσική και πιο ήρεμη, και το κυριότερο, κανείς δεν μπορεί να εναντιωθεί στους καταναλωτές επειδή κάνουν καλύτερες επιλογές που βελτιώνουν την κατάσταση του συνόλου. Η αλλαγή που φέρνει ο ενημερωμένος καταναλωτής είναι η πιο «ήρεμη επανάσταση» στην οποία δεν μπορεί ούτε επιχείρηση ούτε κράτος να αντιταχθεί.

Συνεπώς, είναι θεμελιώδους σημασίας η ενημέρωση και εκπαίδευση των ανθρώπων ώστε να αναγνωρίζουν τα προϊόντα και τις συνήθειες που είναι καλύτερες. Η ενημέρωση δεν είναι όσο εύκολη ακούγεται, διότι οι απαντήσεις δεν υπάρχουν πάντοτε, ή δεν είναι μαύρο-άσπρο, ή υπάρχει πολύς «θόρυβος» (πολλή άσχετη και αντικρουόμενη πληροφορία). Όπως ανέφερα παραπάνω, οι επιστήμονες οφείλουν να έλθουν πιο κοντά στην κοινωνία και να της μιλήσουν τόσο για όσα είναι γνωστά, όσο και για τις αβεβαιότητες που έχουμε αλλά και για ό,τι αποτελεί work in progress.

Εικόνα: Nick Bondarev | Pexels

Εν συνόψει, η σχέση «πράσινης» κατανάλωσης και «πράσινης» παραγωγής είναι συμβιωτική – δεν μπορεί το ένα να υπάρξει χωρίς το άλλο. Χωρίς πράσινους καταναλωτές δεν μπορεί να υπάρξει πράσινη οικονομία αλλά και χωρίς πράσινες επιχειρήσεις δεν μπορούν να υπάρξουν πράσινοι καταναλωτές. Και δεν μπορεί να υπάρξει πράσινη οικονομία αν λείπει ένα από αυτά τα δύο. Στις ημέρες που ζούμε, δηλ. με αυξανόμενο οικολογικό έλλειμμα και έχοντας υπερβεί πολλά πλανητικά όρια (στοιχεία για τα οποία η επιστημονική κοινότητα σύσσωμη συμφωνεί) [1-3], χωρίς πράσινους παραγωγούς και πράσινους καταναλωτές δεν μπορεί να συνεχιστεί η επιβίωση κανενός είδους.

Ο ενάρετος κύκλος όμως ξεκινά από τον καταναλωτή και το επίπεδο και την ποιότητα ενημέρωσής του, και εκεί θα πρέπει να επενδύσουμε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

© Αναστασία Ψειρίδου & Vegan Times 16-09-2020


Anastasia PseiridisΗ Αναστασία Ψειρίδου είναι Καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στο μεταπτυχιακό της μάθημα, που προσφέρεται στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών "Εφηρμοσμένων Οικονομικών & Περιφερειακής Ανάπτυξης" στην κατεύθυνση "Εφηρμοσμένων Οικονομικών & Διοίκησης" πραγματεύεται θέματα που διασυνδέουν θέματα διατηρήσιμης οικονομικής δραστηριότητας, υπεύθυνης κατανάλωσης και παραγωγής "πράσινης" επιχειρηματικότητας, και εταιρικής κοινωνικής υπευθυνότητας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο της βιβλίο με τον Ομότιμο Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεόδωρο Λιανό, με τίτλο "Σώζοντας τον πλανήτη", στο οποίο αναλύουν καίρια ζητήματα για το περιβάλλον και την οικονομική ανάπτυξη.

Από την: Αναστασία Ψειρίδου
Δημοσιεύτηκε: 16/09/2020
Ενημερώθηκε:
22/09/2021

Πηγές:

[1] W. Steffen et al., “Planetary boundaries: Guiding human development on a changing planet,” Science, vol. 347, no. 6223, Feb. 2015, doi: 10.1126/science.1259855.

[2] S. J. Lade et al., “Human impacts on planetary boundaries amplified by Earth system interactions,” Nature Sustainability, vol. 3, no. 2, Art. no. 2, Feb. 2020, doi: 10.1038/s41893-019-0454-4.

[3] Ψειρίδου Α,. Σήμερα 22 Αυγούστου είναι η ημέρα υπέρβασης της Γης. 22 Αυγούστου 2020.